- μαψιδίως
- μάψ, μαψιδίως: rashly (temere), in vain, Il. 2.120; wantonly, Il. 5.759, Od. 3.138, cf. Il. 17.120, Il. 13.627, Il. 2.214.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
μαψιδίως — μαψίδιος vain adverbial μαψίδιος vain masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μαψίδιος — μαψίδιος, ον και μαψίδιος, η, ον (Α) 1. μάταιος, ψευδής («τὸ δ ἐμὸν ὄνομα μαψίδιον... ἔχει φάτιν», Ευρ.) 2. ανωφελής, μηδαμινός, ασήμαντος. επίρρ... μαψιδίως ανόητα, απερίσκεπτα, άσκοπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μάψ (II) + κατάλ. ίδιος (πρβλ. λαθρ ίδιος)] … Dictionary of Greek